10 Ιαν 2014

160 ~ Κώστας Ουράνης: μια βουβή μνησικακία

Image and video hosting by TinyPic
Ο πατέρας είχε «φάμπρικα» στην Πόλη, - στο Γαλατά. Μια φορά το μήνα μας έστελνε με τον Ατζιμπάρο, τον ταχυδρόμο, γράμμα, λεφτά κι' ένα κοφίνι με λογής-λογής παραγγελίες της μητέρας. «Αγαπητή μου σύζυγος Αγγελική μετά της μητρός σου και του τέκνου μας σας ασπάζομαι», έγραφε ο πατέρας - κι' έδινε οδηγίες στη μητέρα για το τόκισμα των χρημάτων και, σε μένα, τις συμβουλές του. Η μητέρα τού απαντούσε, πάλι με τον Ατζιμπάρο, μ' ένα σωρό συστάσεις για την υγεία του κι' ολόκληρο κατεβατό χαιρετισμούς από συγγενείς και φίλους - και του 'στελνε πλεχτές κάλτσες και γλυκά του σπιτιού.

Τον ίδιο δεν τον βλέπαμε παρά μια φορά το χρόνο: ερχόταν πάντα αρχές Φλεβάρη κι' έφευγε ύστερ' από τη Λαμπρή. Σε κάθε ταξίδι του μας έφερνε δώρα: μεταξωτό ύφασμα της μητέρας, μαύρο χαβιάρι της θείας Ελένης, ταμπάκο της γιαγιάς, ασημένια κουταλάκια ή τίποτα άλλο για το «προικιό»  της Ερήνης, και, σε μένα, μια ναυτική φορεσιά, σεκέρια πολίτικα και μορουνόλαδο που το είχε σε μεγάλη υπόληψη. Κοντά σ' αυτά έφερνε και για το σπίτι τενεκέδες βούτυρο, τυρί κασκαβάλι και μερικές μποτίλιες από το καλύτερο ρακί της φάμπρικάς του.

Ο ερχομός του ήταν μεγάλη γιορτή για το σπίτι. Το σαλόνι γέμιζε επισκέψεις. Η Ερήνη, μ' άσπρη κεντητή ποδιά και με τις καλές της παντούφλες, τριγυρνούσε ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο με ροσόλι για τις κυρίες, κονιάκ για τους κυρίους και κουραμπιέδες για όλους. Η μητέρα, από κοντά της, μοίραζε λινά πετσετάκια κι' άκουγε τα «καλώς τον δεχτήκατε»  των επισκεπτών και τα συγχαρητήρια των κυριών για την επιτυχία των κουραμπιέδων της με το ίδιο ευχαριστημένο χαμόγελο. Την Κυριακή, στην εκκλησία, ο παπάς έφερνε του πατέρα ξεχωριστό αντίδωρο, τυλιγμένο στο χαρτί σα λουκούμι, κι' ο πατέρας έριχνε στο δίσκο ένα χρυσό εικοσόφραγκο.

Τις πρώτες μέρες ο πατέρας ήταν στο σπίτι σα φιλοξενούμενος. Δεν ανακατευόταν σε τίποτα. Όταν όμως οι επισκέψεις τελείωναν κ' η χαρά για τον ερχομό του κατακάθιζε, η εξουσία του σπιτιού περνούσε από τα χέρια της μητέρας στα δικά του.

Αυτό γινόταν γύρω από το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας. Ο πατέρας έβαζε τα γυαλιά του χαμηλά στη μύτη, άνοιγε ένα δεφτέρι - κ' η μητέρα τού παρουσίαζε λογαριασμούς εξόδων, αποδείξεις, μετοχές και γραμμάτια. Ο πατέρας καλλιγραφούσε αριθμούς στο δεφτέρι του, έδενε με κορδέλλες χωριστά τα γραμμάτια και χωριστά τις μετοχές και κλείδωνε όλα σ' ένα δικό του ντουλάπι όπου φύλαγε τα κυνηγετικά του σύνεργα. Η μητέρα απόμενε με τα κλειδιά του κελαριού και των σεντουκιών μονάχα. Κι' από κείνη την ημέρα ούτε ψώνια έκανε, ούτε αποφάσεις έπαιρνε. Ο πατέρας φρόντιζε για όλα - κ' η θέλησή του ήταν νόμος στο σπίτι.

Για μένα, ως τόσο, ο πατέρας εξακολουθούσε να 'ναι σαν ένας φιλοξενούμενος. Όσο έλειπε, ο νους μου δεν πήγαινε σ' αυτόν, κι' όταν ερχόταν έμενε τόσο λίγο που δεν πρόφταινα να τον συνειθίσω.

Η μητέρα θα το διαισθανόταν γιατί δεν άφηνε ευκαιρία που να μη μου τονίσει πως έπρεπε να κάνω το «παν» για να του είμαι ευχάριστος κι' ότι είχα χρέος να παρακαλάω το Θεό να κόβει χρόνια από μένα και να τα δίνει σ' εκείνον «γιατί, αν ό μη γένοιτο, πάθαινε τίποτα, θα χάναμε το στήριγμά μας».

Το χρέος μου το 'κανα. Προσευχόμουν μ' ευσυνειδησία στο Θεό να μακραίνει τα χρόνια του σε βάρος των δικών μου, τον ευχαριστούσα όταν μου 'φερνε από το καφενείο το λουκούμι που κέρδιζε στην κοντσίνα, του φιλούσα το χέρι όταν έβαζε δεκάρες στον κουμπαρά μου και του 'κανα γονατιστή μετάνοια όταν μου συχωρνούσε καμμιά αταξία μου. Δεν έκανα, όμως, τίποτα περισσότερο από το χρέος μου. Η καρδιά μου του 'μενε κλεισμένη. Όσο καιρό ήταν στο σπίτι, ένοιωθα τον εαυτό μου σαν ένα κλαρί λυγαριάς που το κρατάν λυγισμένο δυο χέρια. Κι' όταν έφευγε, η ψυχή μου ξανατεντωνόταν - με μια δυνατή ανακούφιση...

Όχι πως ήταν κακός μαζί μου ο πατέρας. Με μάλωνε πολύ λιγότερο από τη μητέρα. Αλλά ήταν λιγομίλητος κι' επίσημος - σαν τον επιθεωρητή που μας ερχόταν δυο φορές το χρόνο στο σχολείο.

[....] Όταν ξαναρχόταν από την Πόλη, γινόταν μια άλλη, τέτοια, τελετή. Μου έδειχνε να θαυμάσω τη μετοχή που μου είχε αγοράσει - και την έκλεινε ύστερα στο ντουλάπι του.

Μου είχε ειπεί ότι όλες αυτές τις μετοχές θα μου τις έδινε στα χέρια μου όταν θα τελείωνα το στρατιωτικό μου, η προοπτική όμως αυτή δε μου έδινε καμμία χαρά. Το εναντίο. Κάθε φορά που έριχνα τα λεφτά μου μέσα στον κουμπαρά ήταν σα να τα 'ριχνα μέσα σ' ένα βαθύ, σκοτεινό πηγάδι. Η ψυχή μου σπάραζε. Συλλογιζόμουν πόσες μεγάλες μπίλλιες, πόσους λαμπρούς μολυβένιους στρατιώτες, πόσες χρωματιστές χαλκομανίες ή πόσες καραμέλες θα μπορούσα ν' αγόραζα μ' αυτά - και κρατούσα του πατέρα μου, που μου τα στερούσε, μια βουβή μνησικακία.
Κώστας Ουράνης (1890-1953)
Image and video hosting by TinyPic

*απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό διήγημα του Κώστα Ουράνη "Ο πατέρας".
Δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία, τχ. 632 την 1η Νοεμβρίου 1953
(τεύχος-αφιέρωμα, τέσσερις μήνες μετά το θάνατό του), με την σημείωση:
"Ο πατέρας" βρέθηκε ατελείωτος στα χαρτιά του Κώστα Ουράνη.
Είναι ένα κεφάλαιο από το πεζογράφημα παιδικών αναμνήσεων
που λογάριαζε να τυπώσει με τον τίτλο "Αναβίωση".

*η φωτογραφία είναι από το ίδιο τεύχος της Ν.Ε.

ακόμα:
- ο Κώστας Ουράνης στο jukebox

Ετικέτες , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα