6 Ιουν 2012

135 ~ Ζοζέ Σαραμάγκου: ήταν γραμμένο πως έπρεπε να επιστρέψω στην Αζινιάγκα για να μπορέσω να γεννηθώ

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν στο χωριό μου έμαθαν από τόσο μακρινούς χρόνους να διαπραγματεύονται με τα δυο ποτάμια ώστε κατέληξαν να διαμορφώσουν το χαρακτήρα τους, ο Αλμόντα, που κυλάει μπροστά στα πόδια τους, ο Τάγος πιο κάτω, μισοκρυμμένος πίσω από ένα τείχος από λεύκες, φλαμουριές και ιτιές που τον συνοδεύει στο ρου του, και ο ένας και ο άλλος, για καλούς και κακούς λόγους, πανταχού παρόντες στη μνήμη και στη λαλιά κάθε οικογένειας. Σ' αυτά τα μέρη ήρθα στον κόσμο, κι απ' αυτά τα μέρη, δεν ήμουν καλά καλά δύο χρόνων, οι γονείς μου, μετανάστες σπρωγμένοι από την ανάγκη, με πήραν στη Λισαβόνα, όπου αλλιώς αισθάνονται, σκέφτονται και ζουν, και θα 'λεγε κανείς πως το ότι γεννήθηκα εκεί που γεννήθηκα ήταν απόρροια μιας τυχαίας παρεξήγησης, μια συμπτωματική αφηρημάδα του πεπρωμένου, που ήταν ακόμα στο χέρι του να τη διορθώσει. Δεν ήταν έτσι. Χωρίς κανείς να το αντιληφθεί, το παιδί είχε ήδη απλώσει έλικες και ρίζες, ο εύθραυστος σπόρος που ήμουν τότε είχε προλάβει να πατήσει στο χώμα με τα μικροσκοπικά και αβέβαια πόδια του για να δεχτεί απ' αυτό ανεξίτηλα το αυθεντικό σημάδι της γης, του κινούμενου βυθού του απέραντου ωκεανού από αέρα, του βούρκου αυτού, πότε ξερού, πότε υγρού, που τον συνθέτουν φυτικά και ζωικά υπολείμματα, απόβλητα απ' όλα και απ' όλους, φαγωμένοι βράχοι, κονιορτοποιημένοι, πολλαπλές και καλειδοσκοπικές ουσίες που πέρασαν από τη ζωή και επέστρεψαν στη ζωή, όπως ακριβώς επιστρέφουν οι ήλιοι και οι σελήνες, οι πλημμύρες και οι ξηρασίες, τα κρύα και οι ζέστες, οι αέρηδες και οι άπνοιες, οι πόνοι κι οι χαρές, τα όντα και το τίποτα. Μονάχα εγώ ήξερα, χωρίς συναίσθηση πως το ξέρω, ότι στα δυσανάγνωστα κατάστιχα του πεπρωμένου και στους τυφλούς μαιάνδρους της τύχης ήταν γραμμένο πως έπρεπε να επιστρέψω στην Αζινιάγκα για να μπορέσω να γεννηθώ. Σε όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, κι επίσης τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, αυτό το φτωχό και άξεστο χωριό, με τα θορυβώδη του σύνορα από νερό και πράσινο, με τα χαμηλά του σπίτια περιτριγυρισμένα από το ασημωμένο γκρίζο των ελαιώνων, κάποιες φορές να το ψήνει η λάβρα του καλοκαιριού, άλλες φορές να το διαπερνά η δολοφονική παγωνιά του χειμώνα ή να το πνίγουν οι φουσκονεριές που έμπαιναν μέσα, ήταν το λίκνο όπου ολοκληρώθηκε η εκκόλαψη μου, ο σάκος όπου το μικρό μαρσιποφόρο κούρνιασε για να γίνει άνθρωπος, σιωπηλός, μυστικός, αλληλέγγυος, αυτός που μπορούσε να γίνει.
* * *

Το σπίτι όπου γεννήθηκα δεν υπάρχει πια, αλλά το γεγονός αυτό μου είναι αδιάφορο γιατί δεν έχω κρατήσει καμία ανάμνηση από τη ζωή μου σ' αυτό. Εξαφανίστηκε επίσης μέσα σ' ένα σωρό χαλασμάτων και το άλλο, που για δέκα ή δώδεκα χρόνια υπήρξε η υπέρτατη εστία, η πιο προσωπική και βαθιά, η φτωχή κατοικία των παππούδων μου από την πλευρά της μητέρας μου, Ζοζέφα και Ζερόνιμο ονομάζονταν, το μαγικό εκείνο κουκούλι όπου ξέρω πως κυοφορήθηκαν οι αποφασιστικές μεταμορφώσεις μου ως παιδιού και ως εφήβου. Αυτή η απώλεια ωστόσο πάει πολύς καιρός που έπαψε να με πληγώνει, με τη ανακατασκευαστική δύναμη που έχει η μνήμη, μπορώ να ορθώσω ανά πάσα στιγμή τους λευκούς της τοίχους, να φυτέψω την ελιά που έριχνε σκιά στην είσοδο, ν' ανοίξω και να κλείσω το πορτάκι και το φράχτη του αγρόκηπου όπου μια μέρα είδα μια μικρή οχιά κουλουριασμένη, να μπω στο γουρουνοστάσι για να δω τα γουρουνάκια να θηλάζουν, να πάω στην κουζίνα και να χύσω απ' το κανάτι στην ξεφλουδισμένη κούπα το νερό που για χιλιοστή φορά θα μου σβήσει τη δίψα εκείνου του καλοκαιριού. Λέω τότε στη γιαγιά μου: «Γιαγιά, πάω να κάνω μια βόλτα». Εκείνη λέει: «Πήγαινε, πήγαινε», αλλά δεν μου συστήνει να προσέξω, εκείνους τους καιρούς οι ενήλικες είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους μικρούς που ανάτρεφαν. Βάζω ένα κομμάτι καλαμποκίσιο ψωμί και μια χούφτα ελιές και ξερά σύκα στο δισάκι μου, πιάνω ένα ξύλο, μήπως και χρειαστεί να αμυνθώ σε κάποιο κακό συναπάντημα με σκύλο, και βγαίνω στους αγρούς. Δεν έχω πολλές επιλογές: ή το ποτάμι και την αξεμπέρδευτη βλάστηση που καλύπτει και προστατεύει τις όχθες, ή τους ελαιώνες και τις σκληρές θημωνιές από το θερισμένο στάρι, ή το πυκνό αγριόδασος από σορβιές, οξιές, φλαμουριές και ιτιές που πλαισιώνει τον Τάγο προς τα κατάντη, μετά από το σημείο της συμβολής του με τον Αλμόντα, ή, τέλος, με κατεύθυνση το Βορρά, κάπου πέντε ή έξι χιλιόμετρα απ' το χωριό, το Έλος του Μποκιλόμπο, μια λίμνη, ένα βάλτο, μια γούρνα που ο δημιουργός των τοπίων ξέχασε να πάρει μαζί του στον παράδεισο. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές βέβαια, αλλά για το μελαγχολικό παιδί, για τον σκεπτικό και συχνά θλιμμένο έφηβο, αυτά ήταν τα τέσσερα μέρη στα οποία χωριζόταν το σύμπαν, κι ίσως το καθένα απ' αυτά να ήταν ένα σύμπαν από μόνο του. Η περιπέτεια μπορεί να κρατούσε ώρες, αλλά δεν τελείωνε ποτέ προτού επιτευχθεί ο στόχος της. Να διασχίζω μόνος τους καυτούς ελαιώνες, ν' ανοίγω κοπιαστικά δρόμο ανάμεσα από θάμνους, από κορμούς, από πρίνους, από αναρριχητικά φυτά που ύψωναν συμπαγή σχεδόν τείχη στις όχθες των δυο ποταμών, ν' ακούω καθισμένος σ' ένα σκοτεινό ξέφωτο τη σιωπή του δάσους να σπάει μονάχα απ' το τιτίβισμα των πουλιών και το τρίξιμο των κλαριών κάτω από την ώθηση του ανέμου, να μετακινούμαι πάνω στο έλος, περνώντας από κλαδί σε κλαδί σε μια έκταση κατοικημένη από τις κλαίουσες ιτιές που φύτρωναν μέσ' από το νερό, δεν είναι όλα αυτά, θα πει κανείς, παλικαριές που δικαιολογούν ιδιαίτερη μνεία σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου στα πέντε ή έξι χρόνια, κάθε παιδί του πολιτισμένου κόσμου, ακόμα κι αν είναι νωθρό και ζει καθιστική ζωή, έχει ταξιδέψει ήδη στον Άρη για να κάνει σκόνη όσα πράσινα ανθρωπάκια βρέθηκαν στο δρόμο του, έχει ξεκάνει τον τρομερό στρατό των μηχανικών δράκων που φυλούσε τον χρυσό στο Φορτ Νοξ, έχει κάνει κομματάκια το βασιλιά των τυραννόσαυρων, έχει κατέβει χωρίς σκάφανδρο και χωρίς βαθυσκάφος στις βαθύτερες υποβρύχιες σπηλιές, έχει σώσει την ανθρωπότητα από τον τερατώδη μετεωρίτη που ερχόταν για να καταστρέψει τη Γη. Μπροστά σε τέτοια ανώτερα κατορθώματα το αγοράκι της Αζινιάγκα θα είχε μόνο να αντιτάξει την ανάβαση του μέχρι την κορυφή μιας φλαμουριάς είκοσι μέτρων, ή, ταπεινά, αλλά ασφαλώς με μεγαλύτερη γευστική απολαβή, τις αναβάσεις του στη συκιά του κήπου, νωρίς το πρωί, για να μαζέψει τα φρούτα, υγρά ακόμη από τη βραδινή δροσιά, και να ρουφήξει σαν λαίμαργο πουλί τη σταγόνα μέλι που ξεπηδούσε απ' το εσωτερικό τους. Μικροπράγματα, στ' αλήθεια, το πιθανότερο όμως είναι ότι ο ηρωικός νικητής του τυραννόσαυρου δεν θα ήταν ικανός ούτε σαύρα να πιάσει με τα χέρια του.

Κάποιοι δηλώνουν στα σοβαρά, με την επικουρική επικύρωση μιας κλασικής παραπομπής, πως το τοπίο είναι κατάσταση ψυχής, πράγμα που, με κοινές λέξεις, θέλει να πει ότι η εντύπωση που προκαλείται από την ενατένιση ενός τοπίου εξαρτάται πάντα από τις ιδιοσυγκρασιακές διακυμάνσεις και την ιλαρή ή χολερική διάθεση που δρούσαν μέσα μας την ακριβή στιγμή που το είχαμε μπροστά στα μάτια μας. Δεν τολμώ να το αμφισβητήσω. Συμπεραίνει πάντως κανείς πως οι καταστάσεις της ψυχής αποτελούν αποκλειστική ιδιοκτησία της ενηλικίωσης, των μεγάλων, των ανθρώπων που είναι ικανοί πλέον να κουμαντάρουν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιδεξιότητα, τους σοβαρούς όρους με τους οποίους οι ανάλογες λεπτολογίες αναλύονται, προσδιορίζονται και ανατέμνονται. Ζητήματα των ενηλίκων, που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Κανείς δεν ρώτησε αυτό τον έφηβο, για παράδειγμα, πώς αισθανόταν από διάθεση και ποιες ενδιαφέρουσες δονήσεις κατέγραφε ο σεισμογράφος της ψυχής του όταν, νύχτα ακόμα, κάποιο αξέχαστο χάραμα, βγαίνοντας από το στάβλο όπου είχε κοιμηθεί ανάμεσα στ' άλογα, τον άγγιξε στο μέτωπο, στο πρόσωπο, σε όλο το σώμα, και κάπου πέρα απ' το σώμα, η λευκότητα της πιο εκτυφλωτικής σελήνης που μπορεί να είδαν ποτέ ανθρώπινα μάτια. Κι επίσης τι ένιωσε όταν, με τον ήλιο να έχει πια ανατείλει, κι ενώ οδηγούσε τα γουρούνια μέσ' από λόφους και πεδιάδες επιστρέφοντας απ' το παζάρι όπου είχε πουλήσει τα περισσότερα, βρέθηκε να πατάει πάνω σ' ένα μπάλωμα από τραχύ πλακόστρωτο, σχηματισμένο από πλάκες που έμοιαζαν κακοταιριασμένες, απίστευτη ανακάλυψη σ' ένα χερσότοπο που έμοιαζε έρημος και εγκαταλειμμένος από τις απαρχές του κόσμου. Μόνο πολύ αργότερα, χρόνια μετά, θα καταλάβαινε ότι είχε πατήσει σίγουρα πάνω στο χάλασμα ρωμαϊκού δρόμου.
* * *

... πάνω στο ηλιοβασίλεμα, βγήκα από την Αζινιάγκα, απ' το σπίτι των παππούδων μου (θα ήμουν τότε δεκαπέντε χρόνων), για να πάω σ' ένα απομακρυσμένο χωριό στην άλλη όχθη του Τάγου, όπου θα συναντούσα ένα κορίτσι με το οποίο νόμιζα τότε πως ήμουν ερωτευμένος. Στην άλλη όχθη του ποταμού με πέρασε ένας γέρος βαρκάρης ονόματι Γκαμπριέλ (ο κόσμος του χωριού τον φώναζε Γκραβιέλ), κόκκινος απ' τον ήλιο και την αγκουαρδέντε, σαν γίγαντας με λευκά μαλλιά και σωματώδης σαν τον Άγιο Χριστόφορο. Είχα καθίσει στα σανίδια της προβλήτας, που αποκαλούσαμε λιμάνι, της από δω όχθης, και τον περίμενα, ενώ αφουγκραζόμουν, πάνω στην υδάτινη επιφάνεια που έπεφτε πάνω της το τελευταίο φως της μέρας, τον ρυθμικό ήχο των κουπιών. Εκείνος πλησίαζε αργά, κι εγώ κατάλαβα (ήταν άραγε λόγω της ψυχικής μου κατάστασης;) πως ζούσα μια στιγμή που δεν θα ξεχνούσα ποτέ. Λίγο πάνω απ' το λιμάνι της άλλης όχθης υπήρχε ένας θεόρατος πλάτανος που ερχόταν το μεσημέρι και ξαπόσταινε από κάτω το ζευγάρι βόδια του αγροκτήματος. Δρόμο πήρα, έκοψα μέσ' από αναβαθμίδες, ξεχερσώματα, πεδιάδες, βούρκους, καλαμποκοχώραφα, σαν λαθροκυνηγός που ψάχνει το σπάνιο θήραμα. Είχε πέσει η νύχτα, στη σιωπή του κάμπου ακούγονταν μόνο τα δικά μου βήματα. Αν η συνάντηση ευοδώθηκε ή όχι θα το διηγηθώ παρακάτω. Είχε χορό και πυροτεχνήματα, νομίζω πως βγήκα απ' το χωριό όταν πια πλησίαζαν μεσάνυχτα. Η πανσέληνος, λιγότερο εκθαμβωτική από την άλλη, φώτιζε τα πάντα τριγύρω. Λίγο πριν το σημείο όπου θα έπρεπε να εγκαταλείψω την άσφαλτο και να πάρω το μονοπάτι, ο στενός δρόμος που περπατούσα φάνηκε να σταματά ξαφνικά, να κρύβεται πίσω από μια ψηλή περίφραξη, και μου έδειξε, σαν να ήθελε να εμποδίσει το βάδισμα μου, ένα απομονωμένο δέντρο, ψηλό, θεοσκότεινο στην αρχή, στην αντίθεση της νυχτερινής διαφάνειας του ουρανού. Ξαφνικά όμως φύσηξε μια απότομη αύρα. Έφερε ανατριχίλα στους τρυφερούς βλαστούς της χλόης και ρίγος στις πράσινες σαν λάμες καλαμιές και ανατάραξε τα σταχτιά νερά ενός βούρκου. Σαν κύμα ξεσήκωσε τα απλωμένα κλαδιά των δέντρων, σκαρφάλωσε στον κορμό τους μουρμουρίζοντας, και τότε, άξαφνα, τα φύλλα έστρεψαν προς τη σελήνη την κρυμμένη πλευρά κι ολόκληρη η οξιά (οξιά ήταν) σκεπάστηκε με λευκό μέχρι την πιο ψηλή κορφή. Ήταν μια στιγμή, μια στιγμή και τίποτα παραπάνω, αλλά η ανάμνηση της θα κρατήσει όσο κρατήσει κι η ζωή μου. Δεν υπήρχαν τυραννόσαυροι, Αρειανοί και μηχανικοί δράκοντες, μπορεί βέβαια ένας μετεωρίτης να διέσχισε τον ουρανό (δεν είναι δα απίστευτο), αλλά η ανθρωπότητα, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν διέτρεξε κίνδυνο. Μετά από πολύ περπάτημα, το ξημέρωμα αργούσε ακόμα, βρέθηκα καταμεσής ενός κάμπου σε μια καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά και άχυρα, και μέσα είχε ένα κομμάτι μουχλιασμένη μπομπότα για να ξεγελάσω την πείνα μου. Εκεί κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, με το πρώτο φως της μέρας, και βγήκα έξω, τρίβοντας τα μάτια μου, μπροστά στη φωτεινή ομίχλη που δεν μ' άφηνε καλά καλά να δω τους κάμπους τριγύρω, ένιωσα μέσα μου, αν θυμάμαι καλά, αν δεν είναι τωρινή μου επινόηση, πως είχα μόλις, επιτέλους, γεννηθεί. Ώρα μου ήταν.
José Saramago (1922–2010)


* αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Ζοζέ Σαραμάγκου Μικρές αναμνήσεις
εκδόσεις Καστανιώτη, 2008

* φωτογραφίες: entrelineas.org,
alejandra-desde-mas-alla.lacoctelera.net,
bolanoread.blogspot.com, nytimes.com,
blog.ricecracker.net, guardian.co.uk


Links:
- nobelprize.org: Αυτοβιογραφικό σημείωμα που γράφτηκε
κατά την χρονική περίοδο της απονομής
του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας

- Ελευθεροτυπία, 20/6/2010: Adeus, Ζοζέ Σαραμάγκου
- Η Αυγή, 18/10/2011: Ζοζέ Σαραμάγκου: Θα χρειαζόμασταν
μια εξέγερση ελεύθερων συνειδήσεων

- Καθημερινή, 27/6/2010: Ο ρομαντικός Ζοζέ Σαραμάγκου


Ετικέτες , , ,

2 σχόλια:

Blogger Thomas Xomeritis :

Αποτύπωμα

11/6/12 07:38  
Blogger Κατερίνα σ-Μ. :

Tόσο πολύ;

13/6/12 11:01  

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα