1 Δεκ 2013

158 ~ Γεώργιος Βιζυηνός: ποίος ειμπόρει να γίνη σωστός Γερμανός, πριν ή υποβαπτισθή με τον ζύθον;

Image and video hosting by TinyPic
— Ητοιμάσθην ν' αναχωρήσω σήμερον, κύριε καθηγητά• πού με συμβουλεύετε να πάγω; Ηρώτησα τον ιατρόν, ύστερον αφού κατέγραψεν εις το σημειωματάριόν του το ευχάριστον συμπέρασμα της στηθοσκοπήσεώς μου.
— Πού αλλού παρά επί του Hartz! Δεν μεταβάλλω γνώμην. — «O τρόοζας ιάζεταϊ», είπεν ο γέρων, και το είπεν, ως εάν συνδιεσκέπτετο εν πνεύματι μετά τινος Ομηρικού Ασκληπιάδου. Έπειτα στραφείς προς εμέ .— Τα όρη του Χάρτς δεν απέχουν πολύ απ' εδώ, και αυτός είναι, είπε, κυρίως ο λόγος τού καλού κλίματος και των ωραίων περιχώρων, αλλά συγχρόνως και των δριμυτάτων ενίοτε και βλαβερών εις τους ξένους χειμώνων μας. Δια τούτο λέγω ο τρόοζας ιάζεταϊ.  Αλλά με τον νουν σου νεανία μου! επρόσθεσεν έπειτα, σείσας τον λιχανόν. — Με τον νουν σου! Σ' επιτρέπω ν' αναβής όσον υψηλά δύνασαι εις τον αιγλήεντα Παρνασσόν, όχι όμως και εις τας νεφελοσκεπείς κορυφάς του ημετέρου Χάρτς. Επ' αυτών ιοστεφείς Μούσας και ακτινοβόλον Απόλλωνα δεν θα εύρης. Αλλά Στρίγγλας μόνον και Καλλικαντζάρους και όλα τα μεσαιωνικά δαιμόνια, τα εμπνεύσαντα εις τον μέγαν ημών κλασσικόν, τον ομηρικώτατον ημών Goethe, το ψυχρόν και σκοτεινόν εκείνο μέρος του Faust, το οποίον — κάλλιον να μη το έγραφεν!

— Οπωσδήποτε, τω είπον, κύριε Αυλοσύμβουλε, μέχρι Κλάουσθαλ πρέπει ν' αναβώ. Τον τόπον δεν τον γνωρίζω, και τα γερμανικά βλέπετε πόσον δυσκόλως τα καταφέρνω. Παντού αλλού θα ησθανόμην τρομεράν απομόνωσιν, θα έπασχον νοσταλγίαν. Ενώ εν Κλάουσθαλ, καθώς σας είπον, έχω τον συμπατριώτην μου, τον συμμαθητήν μου.

— Να, κι' αυτός, σαν όλους τους αρρώστους, ανέκραξεν ο καθηγητής, εγερθείς εκ της θέσεως του. Τού είπα ότι κάτι είναι βλαβερόν εις την υγείαν του, έρχεται όμως πάλιν και ζητεί την άδειάν μου να το κάμη με την ιδέαν ότι, αν το κάμη με την άδειάν μου, δεν θα τον βλάψη! Αλλ' αυτό είναι το ελάττωμα όλων των φίλων μου Ελλήνων — επρόσθεσεν είτα μειδιών — από Οδυσσέως μέχρι της λογιότητός σου. Δεν ειμπορείτε ν' αποχωρισθήτε απ' αλλήλων. Δεν ειμπορείτε να λησμονήσετε ότι είσθε εις τα ξένα. Και όταν ξενιτευθήτε, όπου συναντήσετε ένα ομόγλωσσόν σας, ας είναι και από το έτερον άκρον του κόσμου, εκεί είναι ο συμπατριώτης, είναι τρόπον τινά η πατρίς σας. Και κάμνετε λοιπόν, καθώς λέτε χωριό, και απλώνετε την κάπα σας και κάθεσθε και τα λέτε, τα λέτε, τα λέτε από το πρωί ως το βράδυ. Και όταν τέλος πάντων βραδυάση, και επιστρέψετε εις τα σπίτια σας, τότε, αν συμβή να μην είσθε σύνοικοι, κάθεσθε καθ' ένας εις το άκρον του παραθύρου, ως ο Οδούσσεους εις την ακτέεν πολουφλοϊσμπόϊο ταλάσσεες «'χιέμενος και καπνόν αποτροόσκοντα νοεέζαϊ χεές γκάϊεες».

Έπειτα αναλαβών αξιοπρεπή σοβαρότητα:
— Εν τούτοις, είπε, Χούϊες Ακαϊοόν (υίες Αχαιών!) ό,τι ήρμοζεν τόσον ποιητικώς είς τον ποϊκιλομίτεεν και πολούπλαγκτον Οδυοσέα δεν αρμόζει και εις σε. Λέγεις ότι δυσκολεύεσαι ακόμη με την γλώσσαν. Ιδού ευκαιρία να γυμνασθής. Ποίησον την ανάγκην φιλοτιμίαν. Ζήσε όσον περισσότερον σοι επιτρέψη η καλοκαιρία εν Οστερόδη ή εν άλλω τινί χωρίω του Χαρτς, εξ όσων σοι εσύστησα προχθές, αλλά ζήσε με τους Γερμανούς, ως Γερμανός, και  θα ίδης πόσον θα σε ωφελήση και υπό γλωσσικήν έποψιν και υπό υγιεινήν.
— Και η Κλάουσθαλ, κύριε καθηγητά, δεν είναι υγιεινή πόλις;
— Πάλιν η Κλάουσθαλ! ανέκραξεν ο αγαθός γέρων μετ' αδημονίας. Δεν αμφιβάλλω πως είσαι χιέμενος καπνόν αποτροόσκοντα νοεέζαϊ! Χωρίς άλλο επιθυμείς να ίδης την καπνίζουσαν εστίαν τού  συμπατριώτου σου. Πήγαινε και θα μ' ενθυμηθής. Δεν χρειάζεσαι άλλον οδηγόν να το εύρης. Όπου είναι μία καπνοδόχος αδιαλείπτως καπνίζουσα, κρούσε την θύραν: Εκεί κατοικεί ο συμπατριώτης σου.

[....] Εις τον κόλπον μου έφερον την πέμπτην επιστολήν του αγαπητού Πασχάλη, όστις και πάλιν με εξώρκιζε να μη προτιμήσω άλλον τόπον προς αλλαγήν κλίματος και μ' έδιδε τας ευνοϊκωτέρας πληροφορίας περί του καιρού. Από τινος επεκράτει εν Κλάουσθαλ τόσον ωραίος καιρός,

[....] Ο Πασχάλης ήτο φίλτατος συμμαθητής μου. Συνεμαθητεύσαμεν και συναπεφοιτήσαμεν εκ του Γυμνασίου της Πλάκας προ δύο μόλις ετών. [....]  Μετά την λήξιν των γυμνασιακών σπουδών του, αφ' ενός μεν η δικαίως αποκτηθείσα των διδασκάλων εύνοια, αφ' ετέρου δε η γνωστή προς απόρους επιμελείς νέους ευεργετικότης ενός των τα μάλιστα ανεπιδείκτως προστατευόντων τα γράμματα Ομογενών εξησφάλισαν τας σπουδάς αυτού εν Γερμανία. Ποτέ δεν θα λησμονήσω τον τρόπον καθ' ον επανηγυρίσαμεν την χαροποιάν της αγγελίας ταύτης άφιξιν. Ο Πασχάλης εννοούσε και καλά να εξοδεύση μόνος δια την εορτήν, και να εξοδεύση πρωτοφανώς και αξίως. Επί πολλήν ώραν συνεζητήσαμεν το πρόγραμμα του γλεντιού• επί τέλους απεφασίσθη, συμφώνως προς τας αρχάς αυτού, να συνδυάσωμεν το τερπνόν μετά τον ωφελίμου. Μετ' ολίγον εμέλλομεν αμφότεροι να μεταβώμεν εις Γερμανίαν: να γίνωμεν Γερμανοί. Και ποίος ειμπόρει να γίνη σωστός Γερμανός, πριν ή υποβαπτισθή με τον ζύθον; Αλλ' ημείς δεν εγνωρίζομεν ακόμη τι εστί το περιαδόμενον τούτο ποτόν, το απόβρασμα της κριθής και των αχύρων, το τείνον να παραγκωνίση εν μέσαις Αθήναις τον ζωηφόρον οίνον, την ευφροσύνην των θνητών και των Μακάρων! Ας χαρώμεν λοιπόν διδασκόμενοι τι έστι ζύθος. Ας συνδυάσωμεν το τερπνόν μετά του ωφελίμου, είπεν ο Πασχάλης.

Μετά πολλάς και δειλάς περισκοπήσεις παρεισήλθομεν εις το ζυθοπωλείον του Μπερνιουδάκη, καταπόρφυροι από την εντροπήν μας. Μόλις είχομεν αποφοιτήσει του Γυμνασίου και εισηρχόμεθα κατά πρώτην τότε φοράν εις καπηλείον. Όταν εστρυμώχθημεν εις την απωτέραν γωνίαν της βαρβαρικής εκείνης κρύπτης, ο Πασχάλης, εξαγαγών εκ του θυλακίου του, εμέτρησεν εξ δεκάρας: Ήσαν το παν ό,τι είχεν, όλη του η περιουσία.
- Αυτά, είπεν, εις τον βωμόν της φιλίας! Αλλά πρόσταξε συ, που τα καταφέρνεις καλλίτερα.

Μετ' ολίγον ο υπηρέτης παρέθηκεν ενώπιόν μας δύο ποτήρια ζύθου. Επί πολλήν ώραν τα εθεώμεθα σιγηλοί και λίαν συγκεκινημένοι. Τέλος εκάμαμεν τόκα και εγγίσαμεν εις τα χείλη μας. Οι οφθαλμοί του Πασχάλη ευρυνθέντες έξαφνα, αντήλλαξαν, ως εξ ορμεμφύτου, μετά των εμών βλακώδες, διαπορητικόν βλέμμα. Παράδοξος μορφασμός απροσδόκητου απογοητεύσεως συνωφρύωσε το πρόσωπόν του, μορφασμός, όστις εφαίνετο μάλλον αντανάκλασις πιστή των συστολών και διαστολών του ιδικού μου προσώπου: Το χλιαρόν και κιτρινωπόν εκείνο ποτόν ενέπνευσεν εις τα γευστικά ημών νεύρα ισχυράς υποψίας ως προς την καθαυτό καταγωγήν του. Αλλ' η συγκίνησίς μας ήτο μεγάλη, και κανείς εξ ημών δεν εξέφρασε τι εσκέπτετο την στιγμήν εκείνην αλλά θέσαντες τα ποτήρια προ ημών, εβλέπομεν αυτά πολλήν ώραν μετά σιγηλής επιφυλάξεως και δυσπιστίας. Ότε αίφνης εγερθείς ο Πασχάλης λίαν τεταραγμένος, ήρπασε τον πίλον του, κ' έδωκεν εις έμέ τον εδικόν μου. Τον έλαβον, εγερθείς κ' εγώ μηχανικώς. Ο Πασχάλης έθηκε τας δεκάρας αψοφητί επί του βωμού της φιλίας, και εχώρησεν ως βρεμένη γάτα προς την έξοδον, καταπόρφυρος και κατησχυμένος. Εγώ τον ηκολούθησα χωρίς να ξεύρω ακόμη διατί. Όταν εξήλθομεν εις την οδόν, τότε πρώτον έμαθον, ότι αιτία όλης εκείνης της ταραχής, και της ούτω προώρου διακοπής του γλεντιού μας, ήτον η είς το ζυθοπωλείον είσοδος του κυρίου Ν.! Ο κύριος Ν. ήτον ο υπό των τάξεων αυτού ανεξαιρέτως χλευαζόμενος και εκσυριττόμενος καθηγητής, προ του οποίου και το έσχατον παιδάριον του γυμνασίου δεν το είχε διά τίποτε είς την εποχήν μου να καπνίση το τσιγαράκι του, εν αυτή τη παραδόσει. Ο δε Πασχάλης ήτο μεγάλος τότε, αναγνώστα μου, με μύστακας εναμιλλωμένους προς τους του κυρίου Ν.! Αλλά φαίνεται, ότι ο Πασχάλης, ως πτωχός τουρκομερίτης, είχε διδαχθή εξ απαλών ονύχων να σέβηται τους διδασκάλους του. Και μη τον εκλάβης διά τούτο  περιορισμένου νοός άνθρωπον, παρακαλώ. Η χρηστοήθεια δεν είναι ευήθεια. Ο δε Πασχάλης ήτον ο εξυπνότερος, ο πρακτικώτερος όλων ημών. Διότι ενώ ημείς οι άλλοι μετ' ολίγον, ως φοιτηταί, ηρχίσαμεν να σπαταλώμεν τον πολυτιμότατον της ζωής ημών χρόνον ατακτούντες εν ταις πλαιείαις και ταις λεωφόροις των Αθηνών, εκφωνούντες πολιτικούς λόγους, φωνασκούντες περί Φάλαγγος καί δια τούτο ψυχρολουόμενοι δια πυροσβεστικών αντλιών, δερόμενοι υπό τραμπούκων, μισθωτών του τότε υπουργείου, και επί τέλους ρεμβάζοντες εν ταις φυλακαίς του Γκαρπολά, ο γνωστικός Πασχάλης, ενώ ήτον ελεύθερος να μείνη δύο έτη είς το Πανεπιστήμιον των Αθηνών, εσπούδαζεν εν Γερμανία, και εσπούδαζε την έπωφελεστέραν εν Ελλάδι επιστήμην, την Ορυκτολογίαν και Μεταλλευτικήν.
Γεώργιος Βιζυηνός -Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης- (1849-1896)

Image and video hosting by TinyPic


*απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό
διήγημα Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας
-από τον 18ο τόμο της Βασικής Βιβλιοθήκης, εκδ. Αετός, 1954
*Φωτογραφίες: users.uoa.gr, el.wikipedia.org,
tovima.gr, ekebi.gr


Ακόμα:
- Ο Γεώργιος Βιζυηνός στην Βιβλιονέτ
- Ποιήματα και διηγήματα του Γ. Βιζυηνού στον
προσωπικό ιστοχώρο του Νεκτάριου Μαμαλούγκου (users.uoa.gr)

Ετικέτες , ,

2 σχόλια:

Blogger Thomas Xomeritis :

bräu (1, 2)

16/12/13 17:26  
Blogger Κατερίνα Σ-Μ. :

Εβίβα λοιπόν!

24/12/13 10:25  

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα