13 Ιουλ 2013

153 ~ Άννα Μαγκνταλένα Μπάχ: Ein feste Burg

Image and video hosting by TinyPic
Ο πατέρας μου μ' έπαιρνε συχνά μαζί του όταν ταξίδευε, ιδιαίτερα όταν τα ταξίδια του είχαν σχέση με τη μουσική, γιατί γνώριζε το πάθος μου γι' αυτή την τέχνη. Το χειμώνα του 1720 τον συνόδευσα στο Αμβούργο όπου είχε πάει για να επισκεφτεί τον μεγάλο θείο και τη μεγάλη θεία μου. Εκεί, στο Παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης, υπήρχε ένα πολύ καλό όργανο με τέσσερις σειρές πλήκτρων, για το οποίο άκουγα συχνά να μιλούν οι φίλοι του πατέρα μου. Την επομένη της άφιξής μας πήγα με τη θεία μου για ψώνια και, στο δρόμο του γυρισμού, καθώς περνούσα μπροστά από την εκκλησία σκέφτηκα να μπω μέσα και να ρίξω μια ματιά.

Μόλις έσπρωξα την πόρτα έφτασε στ' αυτιά μου ο ήχος του οργάνου κι ήταν τόσο υπέροχη η μουσική που ξεχύθηκε ξαφνικά από το μισοσκόταδο, ώστε νόμισα ότι κάποιος αρχάγγελος άγγιζε τα πλήκτρα. Γλίστρησα αθόρυβα μέσα κι απόμεινα ακίνητη. Κοίταξα τα όργανα που βρίσκονταν στο δυτικό υπερώο. Είδα τους πανύψηλους σωλήνες τους να ορθώνονται μέχρι το θόλο, τα υπέροχα χρυσοποίκιλτα ή απέριττα γλυπτά που άστραφταν πιο χαμηλά, αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω τον οργανίστα. Δεν ξέρω πόσα λεπτά στάθηκα έτσι μέσα στην έρημη εκκλησία, όλη αυτιά, λες κι είχα ριζώσει στις πέτρινες πλάκες. Μέσα στη μέθη αυτής της μουσικής είχα χάσει κάθε συναίσθηση του χρόνου. Κι όταν με μια σειρά μεγαλόπρεπων συγχορδιών, που νόμιζες ότι τράνταζαν συνθέμελα την εκκλησία, σταμάτησε απότομα, εγώ έστεκα ακόμη ορθή, συνεπαρμένη, κοιτάζοντας προς τα πάνω, λες κι η βροντή που έβγαινε με δύναμη από τους σωλήνες συνέχιζε να ηχεί. Εκείνη, όμως, τη στιγμή φάνηκε στον άμβωνα ο οργανίστας και πλησίασε προς τη σκάλα. Δεν ήταν άλλος από τον Σεμπάστιαν. Κοίταζα ακόμη προς το μέρος του όταν κατάλαβα ότι με είδε. Ταράχτηκα τόσο από την απροσδόκητη εμφάνισή του ώστε απόμεινα να τον κοιτώ μαρμαρωμένη. Έπειτα από μια τέτοια εκτέλεση μου φαινόταν πιο φυσικό ν' αντικρίσω τον Αγιο Γεώργιο παρά έναν κοινό θνητό. Άρχισα να τρέμω, άρπαξα το παλτό μου που είχε πέσει καταγής και σπρωγμένη από έναν ανεξήγητο πανικό βγήκα τρέχοντας από την εκκλησία.

[....] Ο πατέρας μου, τρομπετίστας στην Αυλή του Βάισενφελς, είχε το σπίτι του ανοιχτό για όλους τους μουσικούς. Πήγαινε συχνά στο Καίτεν όπου ο Σεμπάστιαν ήταν Αρχιμουσικός• κι εγώ η ίδια είχα μερικές φορές την ευκαιρία να τραγουδήσω σ' αυτή την εκκλησία. Παρ' όλα αυτά, ο Σεμπάστιαν, άλλοτε επειδή ήταν άρρωστος άλλοτε επειδή έλειπε σε ταξίδι, δεν με είχε ακούσει ποτέ. Κάθε φορά η απουσία του μου προκαλούσε πικρή απογοήτευση γιατί πραγματικά ήθελα πολύ να τον ξαναδώ και, αν ήταν δυνατό, ν' ανταλλάξω μια-δυο λέξεις μαζί του.

Μια ωραία μέρα (ήταν ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό, το θυμάμαι καλά), γυρίζοντας από έναν περίπατο, θέλησα να μπω κατευθείαν στη σάλα για να βάλω μερικά βάγια στο βάζο που στόλιζε το τζάκι. Η μητέρα, όμως, με σταμάτησε λέγοντας: «Περίμενε λίγο, Μαγκνταλένα, ο πατέρας σου συζητά κάποιες υποθέσεις με τον Αρχιμουσικό Μπαχ• φοβούμαι ότι θα τους ενοχλήσεις!».

Η ανόητη καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Παρόλο που άκουγα συχνά να μιλούν γι' αυτόν κι ήθελα οπωσδήποτε να τον ξαναδώ, δεν τον είχα συναντήσει παρά μια μονάχα φορά. Στάθηκα αποσβολωμένη. Φοβόμουν μήπως ο πατέρας μου με καλέσει στη σάλα, αλλά πιο πολύ φοβόμουν μήπως δεν με καλέσει.

Καθώς έτρεχα στο δωμάτιο μου για να βάλω στα μαλλιά μια καινούργια κορδέλα, μια μπλε που πίστευα ότι μου πήγαινε πολύ, ο πατέρας έβγαζε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας. «Μητέρα, γύρισε η Μαγκνταλένα;» ρώτησε, αλλά την ίδια στιγμή με είδε και φώναξε: «Έλα εδώ, παιδί μου, ο κύριος Μπαχ δέχτηκε ν' ακούσει τη φωνή σου!».

Μπήκα, λοιπόν, στη σάλα και βρέθηκα μπροστά του. Ήμουν τόσο ταραγμένη ώστε μόλις και τολμούσα να σηκώσω τα μάτια. Το μόνο που ήλπιζα ήταν να μη με αναγνωρίσει (ήταν πολύ σκοτεινά στην εκκλησία, είπα μέσα μου). Αργότερα, όμως, μου είπε πως είχε καταλάβει αμέσως ότι ήμουν η αντικοινωνική ακροάτριά του.

Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσίασε το ανάστημά του, αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν υπερβολικό, δεν ξεπερνούσε και πολύ το ύψος του πατέρα μου: πάντα, όμως, ο άνθρωπος αυτός έδινε την εντύπωση ότι ήταν ψηλός, σωματώδης και δυνατός - σαν βράχος. Ανάμεσα σε κόσμο έδειχνε σωματικά πιο ρωμαλέος από τους άλλους, παρόλο που μόνο η ψυχή και το πνεύμα του ήταν ανώτερα. Ο Κάσπαρ, μου είπε χθες ότι κι ο ίδιος είχε πάντα την αίσθηση πως σωματικά, όπως και πνευματικά, ο Σεμπάστιαν ξεπερνούσε τους γύρω του. Κι όμως, αυτή η αίσθηση δεν προερχόταν απ' όσα έλεγε -γιατί ήταν πάντα ήρεμος και σοβαρός, μιλούσε λίγο και δεν φανέρωνε τις σκέψεις του παρά μόνο στους κοντινούς φίλους του.

Στη στιγμή ξέχασα όλους τους καλούς μου τρόπους. Έκανα, βέβαια, μιαν υπόκλιση, αλλά δεν άνοιξα το στόμα μου μέχρι τη στιγμή που ο Σεμπάστιαν, αφού έβαλε ένα τετράδιο στο τσέμπαλο και κάθισε ο ίδιος μπροστά στο όργανο, ζήτησε να μ' ακούσει. Ευτυχώς μόλις άρχισα να τραγουδώ η ταραχή μου εξανεμίστηκε και όταν τελείωσε ο πατέρας μου φώναξε ικανοποιημένος: «Μπράβο, παιδί μου!». Ο κ. Μπαχ με κοίταξε για μια στιγμή ακίνητος και είπε: «Η φωνή σου είναι σωστή - ξέρεις να τραγουδάς». Αχ, πόσο θα ήθελα να μπορούσα ν' αποκριθώ: «Κι εσύ ξέρεις να παίζεις!». Αλλά δεν τόλμησα. Είναι αφάνταστο το πόσα πράγματα μπορούσε ν' αντλήσει από μιαν απλή συνοδεία! Ο τρόπος που κρατούσε τα χέρια του, ή χρησιμοποιούσε τον αντίχειρα, η δακτυλοθεσία του, όλα διέφεραν από τη συνηθισμένη τεχνική! Κι όμως, δεν μπόρεσα να πω τίποτά, τόσο είχα συγκινηθεί. Ήθελα να το βάλω στα πόδια, όπως την πρώτη φορά στην εκκλησία, αλλά έμεινα όρθια πλάι στο τσέμπαλο, αδέξια κι αμίλητη σαν παιδί. Ναι, πράγματι, ένιωθα παιδί μέχρι ανοησίας μπροστά σ' αυτόν τον άνθρωπο κι όμως, μέσα σε τόσο μικρό διάστημα είχε γεννήσει μέσα μου ένα συναίσθημα που δεν μπορεί να νιώσει ένα παιδί. Ο Θεός μού έχει δωρίσει μια ψυχή ανοιχτή στη μουσική και τώρα που έχω ακούσει τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ να παίζει, κανένας πια σ' ολόκληρο τον κόσμο δεν θα μπορέσει να μου προκαλέσει τόση εντύπωση.

Κι ενώ εγώ έστεκα αμίλητη πλάι του, εκείνος σκεφτόταν (αχ! να το ήξερα τότε!): «Θέλω να παντρευτώ αυτό το κορίτσι». Η συγκατάθεση μου του φαινόταν αυτονόητη, γιατί πάντα κατόρθωνε να κάνει αυτό που πραγματικά ήθελε. Μάλιστα πολλές φορές αργότερα τον είχα θεωρήσει πεισματάρη.

[....] Γύρω στα τέλη του καλοκαιριού του 1721, ένα χρόνο περίπου μετά το θάνατο της πρώτης του γυναίκας, ο Σεμπάστιαν ζήτησε το χέρι μου από τον πατέρα. Στο ενδιάμεσο διάστημα τον έβλεπα σπάνια, αλλά τον σκεφτόμουν πολύ συχνότερα απ' όσο θα επιθυμούσε η καλή μου μητέρα. Δεν μπορούσα, όμως, να εμποδίσω τη σκέψη μου να τρέχει σ' εκείνον, ακόμη και πριν αρχίσω να ελπίζω ότι θα γίνω γυναίκα του. Η μεγάλη εντύπωση που μου είχε προκαλέσει ήταν τέτοια ώστε ήμουν ανίκανη να δοθώ σ' οποιονδήποτε άλλον. Οι γονείς μου εκτίμησαν την τιμή που μας έγινε με την πρόταση του, αλλά θεώρησαν καθήκον τους να επιστήσουν την προσοχή μου στο γεγονός ότι ο Σεμπάστιαν ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός μου και είχε ήδη τέσσερα παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Τρία άλλα είχαν πεθάνει. Αν τον παντρευόμουν θα έπρεπε να γίνω πραγματική μητέρα των παιδιών του. Όταν από τα τραυλίσματα, το κοκκίνισμα και τα δάκρυά μου (δεν μπορούσα να εκφράσω αλλιώς τη χαρά μου), κατάλαβαν ότι δεχόμουν την πρότασή του, με έστειλαν κοντά του, μια και περίμενε την απάντηση σ' ένα άλλο δωμάτιο. Αν και μπροστά του ήμουν πάντα ιδιαίτερα συγκρατημένη και σιωπηλή, δεν είχε, νομίζω, καμιά αμφιβολία για το αποτέλεσμα του διαβήματός του, γιατί τα διαπεραστικά μάτια του είχαν διαβάσει την καρδιά μου, που χτυπούσε τρελά όταν τον αντίκριζα. Έστεκε μπροστά στο παράθυρο. Μόλις μπήκα, στράφηκε, έκανε δυο βήματα προς το μέρος μου και είπε: «Αγαπητή μου Μαγκνταλένα, ξέρεις την επιθυμία μου. Οι γονείς σου έδωσαν τη συγκατάθεση τους. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;». «Ω! ναι, ευχαριστώ!» αποκρίθηκα κι αναλύθηκα σε δάκρυα, καθόλου ταιριαστά σε μια τέτοια περίσταση παρόλο που δεν ήταν παρά δάκρυα ευτυχίας, δάκρυα ευγνωμοσύνης προς το Θεό και τον Σεμπάστιαν. Έβαλε το χέρι του στον ώμο μου κι από τα βάθη της ψυχής μου ανάβλυσαν τα λόγια του χορικού Ein feste Burg  («Ένα στέρεο κάστρο»). Δίχως να το θέλω άφησα να σταλάξει στο μυαλό μου η απέραντη μελαγχολία αυτών των στίχων που τραγουδούσαμε συχνά τα βράδια του χειμώνα μπροστά στο τζάκι. Ναι, ένα «στέρεο κάστρο» ήταν ο Σεμπάστιαν, τέτοιος υπήρξε για μένα σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Anna Magdalena Wilcke Bach (1701-1760)

Image and video hosting by TinyPic


* από το βιβλίο Το μικρό χρονικό της Άννας Μαγκνταλένα Μπαχ
Εκδόσεις Νεφέλη, 1990
* πίνακες, εικόνες: bach-cantatas.com,
nonesuch.com, apesound.de, musicandarts.de


κάτι ακόμα:
- lemon: παραμύθια

Ετικέτες

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα