19 Μαΐ 2012

134 ~ Τατιάνα Σταύρου: γράφω και διαβάζω, αυτή είναι η ζωή μου

...την ημέρα που με βαφτίζανε έγραψαν οι εφημερίδες ότι βαφτιζόταν κι η μεγάλη δούκισσα της Ρωσίας και ότι τη βγάζουν Τατιάνα. Κι η νονά, για να ευχαριστήσει τον πατέρα μου - ωραίο όνομα δια κορασίδας, είχε πει - με ονόμασε Εριφύλη, που ήταν η γιαγιά μου, και Τατιάνα. Η μεγάλη δούκισα πέθανε, το κοριτσάκι από το Βόσπορο επέζησε.
* ...είμαι παιδί του πρώτου Μεγάλου Παγκόσμιου Πολέμου. Τότε είχε φουντώσει η αντιπολεμική λογοτεχνία. Ρέμαρκ, Λάτσκο, ο Μυριβήλης στην Ελλάδα, όλη η Ευρώπη είχε πει τον πόνο της. Κι εμείς, ένας τεράστιος πληθυσμός - Πόντος, Πόλη, Μικρασία - κανείς όεν βγήκε να πει για μας ότι τραβήξαμε τα διπλά, γιατί είχαμε και τους Τούρκους και τους Γερμανούς. Πήρα λοιπόν ένα μολύβι και χαρτί κι έγραψα στα 1931 ένα διήγημα, για τους ανθρώπους...
* Νιώθαμε ορφάνια. Νιώθαμε ξένοι. Ο πωλητής μου έλεγε: «Ψιτ, ψιτ, τι θα ψωνίσεις;» Εμένα, που είχα συνηθίσει όταν πέρναγα από την αγορά, να σηκώνονται οι άνθρωποι. Γιατί είμαστε οικογένεια των γραμμάτων. Όχι πλούσιοι, αλλά με μεγάλη κοινωνική και ηθική θέση. Στην Ελλάδα που ήρθαμε είμαστε τίποτα, σκουπίδια.
* ... έπρεπε να κάνω τα πάντα. Τα αδέλφια μου δούλευαν κι η μητέρα μου δεν θα έβγαινε ποτέ έξω να ψωνίσει. Δεν υπήρχε τέτοιο προηγούμενο. Να βγει μια κυρία στην αγορά να ψωνίσει ραδίκια! Ετσι έτρεχα εγώ για όλα. Στη γωνιά του δρόμου ήταν ένα μπακάλικο, από εκείνα τα παλιά, με το ξύλινο πάτωμα και τη σέσουλα. Και μέσα ήταν τρία παλικάρια πολύ όμορφα. Τον έναν από αυτούς τον φωνάζαμε Ερμή. Τόσο ωραίος ήταν. «Καλέ τι Ερμή; Γιώργο τον λένε!», μας φώναζαν οι άλλοι. Δεν καταλάβαιναν. Αυτά τα παιδιά μας σύνδεσαν με τον τόπο.
* Είμαστε μαζεμένες στο σπίτι μου, εκεί στο 1958, και η Ρένα Καρθαίου είπε: «Μα ο καημός είναι αυτός. Δεν υπάρχουν παιδικά βιβλία. Αγοράζω κάθε μέρα ένα βιβλίο και το παιδί μου το καταπίνει έως το μεσημέρι. Υπάρχουν 3-4 ελληνικά, κι όλα τ' άλλα είναι μεταφράσεις. Κάνουμε ένα διαγωνισμό για παιδικό βιβλίο;» Ήδη είχαμε δημιουργήσει μια γυναικεία λογοτεχνική συντροφιά για να γνωριζόμαστε μεταξύ μας, διότι η Αθήνα ήταν τόσο μεγάλη που υπήρχαν ποιήτριες που δεν γνώριζαν τη Μελισσάνθη. Είπε λοιπόν η Καρθαίου να κάνουμε μια προκήρυξη. [Η ιδέα] Μου φάνηκε τόσο νεφελώδης -και τα νεφελώδη πέφτουν μόνα τους είπα από μέσα μου - αλλά δεν μίλησα για να μην της χαλάσω την καρδιά. Σαν αδύνατο μου φάνηκε. Σαν να ήταν να πέσω με αλεξίπτωτο. Αλλά η κ. Μπουκουβάλα, πιο πρακτική και πεπειραμένη, είπε να βρούμε κάποιον να το βραβεύσει». Βρήκε το φιλαργυρότερο των Ελλήνων. Τον Βασιλείου, που θα μας έβγαζε το βιβλίο. Τον πρώτο χρόνο ήρθαν 14 βιβλία, το ένα καλύτερο από το άλλο. Και τον άλλο χρόνο άλλα 14. Κάθε χρόνο και περισσότερα. Όλη η Ελλάδα έστελνε.
* Ύστερα μας έδωσαν βραβεία ν' απονέμουμε κι άλλοι.Ο Ελευθερουδάκης για το καλύτερο οδοιπορικό.ο Κολλάρος κι άλλοι πολλοί. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε η παίδική λογοτεχνία στην Ελλάδα.
* Αν όσες ώρες έγραφα, διόρθωνα και διάβαζα χειρόγραφα, σκούπιζα και σφουγγάριζα σκάλες, δεν θα είχα ντουλάπια να βάζω τις γούνες μου. Θα ήμουν πλούσια τώρα.[Στους διαγωνισμούς λάβαιναν μέρος] και άντρες και γυναίκες... Δεν τους ξεχωρίζω εγώ τους ανθρώπους. Εμένα μου είπαν πριν 45 χρόνια να γραφτώ σε ένα γυναικείο σωματείο και αρνήθηκα. Διότι είμαι άνθρωπος. Δεν υπάρχει λόγος να είμαι άνθρωπος - γυναίκα. [Ο φεμινισμός δεν με ενθουσιάζει] Είμαι ενάντια σε όλα αυτά. Δεν αισθάνθηκα ποτέ υποδεέστερη. Ημουν πάντα ένα σπουδαίο πρόσωπο στο σπίτι μου. Και οι γυναίκες της οικογένειας μου ήταν άτομα σεβαστά.
*Είμαι γεννημένη με το πάθος. Εκείνα τα αόριστα και τα φιλολογικά - δεν πειράζει, τι να κάνουμε - εγώ δεν τα θέλω. Είμαι ενάντιά τους. Με ρώτησαν μια φορά στην τηλεόραση: «Πώς γίνεται ωραίος ο καφές;» Κι εγώ είπα: «Με πάθος!». «Η σούπα η νερόβραστη;» «Με το πάθος!» Όλα, όλα με το πάθος. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτα. Ετσι είμαι καμωμένη. Με πάθος αγαπώ, με πάθος αντιπαθώ».
* Με ελκύει το αισθητικό στοιχείο της χριστιανικής θρησκείας, τροπάρια, εικόνες, εκκλησίες, πώς να μην εκτιμήσεις αυτά τα αριστουργήματα. Κι αυτή η φτηνή μας πίστη ακόμα είναι μια παρηγοριά.
* Πάντα αισθανόμουν αθάνατη. Γι αυτό και τα ατυχήματα που έπαθα δεν με τσάκισαν. Ούτε φόβος ούτε νεύρα, ούτε τίποτα. Έβγαιναν από το χειρουργείο και κοίταζαν αν ζω. Εγώ, ήμουν σίγουρη ότι ζω. Δεν βάζω ιδέες στο μυαλό μου. Είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου - κι έχω μάλλον γερό νευρικό σύστημα. Μέχρι το 1984, δεν σκέφτηκα ότι είμαι θνητή. Τότε ξσφνικά αισθάνθηκα ότι μεγάλωσα. Ε, τώρα άρχισα να σκέφτομαι τι θα γίνουν τα βιβλία μου. [...] Είχες ένα πενηντάρικο και δεν έπαιρνες κάλτσες, αλλά έπαιρνες αυτό, κι αυτό, κι ύστερα το έδενες για να το κρατήσεις όμορφο. Αυτά, δεν είναι βιβλία εκεί ως έτυχε. Αυτά αντιπροσωπεύουν ζωή. Καθένα έχει την ιστορία του. Καθένα έχει την ψυχή του.
* Έρχεται μια μέρα ο Καζάν, μπαίνει μέσα στο σπίτι και λέει: «Ωραίο το σπίτι σου». Αυτήν την παλιατσαρία! Έρχεται ένας καθηγητής από το Harvard και μπαίνει από κει, με μια Καναδή γυναίκα πανωραία, και λέει: «Έλα να δεις σπίτι». Τι βρίσκουν; Τι βλέπουνε; Ότι το κάθε τι είχε ψυχή. Οτι δεν ήταν αγορασμένες τετράγωνες πολυθρόνες, για να πηγαίνουν με το τετράγωνο ντιβάνι και το τετράγωνο τραπέζι. Ολα μαζεμένα ένα ένα με αγάπη, 60 χρόνια ζωής, χωρίς καμιά ιδέα επίδειξης. Μέσα σε αυτά, υπάρχει ζωή.

* * *
Εγώ, παιδί μου, γράφω και διαβάζω. Αυτή είναι η ζωή μου.
Τατιάνα Σταύρου (1899-1990)




* - αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
η Τατιάνα Σταύρου στην Γεωργία Καρρά για τις  Εικόνες, τχ.46
Σεπτέμβριος 1985
*Φωτογραφίες: - η πρώτη είναι από το ΕΚΕΒΙ από την
σειρά των εκδόσεων Σόκολη για την Νεοελληνική Πεζογραφία

- η δεύτερη και η τρίτη είναι από το περιοδικό που
δημοσιεύθηκε η συνέντευξη


Links:
ΕΚΕΒΙ: Τατιάνα Σταύρου

Ετικέτες , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα